Αριθμός πρωτοκ. 1.0.196.Ι
06 Ιουνίου 2008
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Προς την Πρόεδρο της Επιτροπής Υγείας της Βουλής των Αντιπροσώπων Κυρία Ελένη Θεοχάρους
Θέμα:
Ο Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων (τροποποιητικός) Νόμος του 2007
Αξιότιμη κυρία Πρόεδρε,
Ο Παγκύπριος Σύλλογος Ψυχολόγων αποτελεί σωματείο, δυνάμει του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972, εγγεγραμμένο στο Μητρώο του Εφόρου Σωματείων και Ιδρυμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας τη 18η Οκτωβρίου του 2007 με αριθμό μητρώου 3055. Ο Παγκύπριος Σύλλογος Ψυχολόγων είναι η μόνη, νομίμως συγκροτημένη επιστημονική-επαγγελματική ένωση Ψυχολόγων της χώρας μας, με μητρώο τακτικών μελών που να απαρτίζεται αποκλειστικά και μόνο από ψυχολόγους με αναγνωρισμένα προσόντα στην επιστήμη της ψυχολογίας, με ελάχιστο κριτήριο την κατοχή πτυχίου ψυχολογίας. Με βάση το Καταστατικό του Συλλόγου μας, και όπως καταδεικνύεται από την μέχρι τώρα δράση μας, σαφώς και κυρίως επιδιώκουμε και αποφασιστικώς παρεμβαίνουμε ώστε: α) Να υπάρχουν σαφή, διακριτά και αξιόπιστα προσόντα Ψυχολόγου και να θεσπίζονται νόμοι από την Κυπριακή Πολιτεία που να κατοχυρώνουν το επάγγελμά μας, β) Να εξαλειφθεί η αντιποίηση στην άσκηση του επαγγέλματος, η οποία λειτουργεί σε βάρος της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών Ψυχολόγου στους τομείς κυρίως της Υγείας και Πρόνοιας, γ) Να προάγεται διαρκώς ο Ψυχολόγος, ως επιστήμονας-επαγγελματίας με στόχο την εξασφάλιση της παροχής υψηλής στάθμης υπηρεσιών προς το κοινωνικό σύνολο.
Πρώτος καταστατικός σκοπός του Συλλόγου μας είναι: «Η προστασία των οικονομικών, κοινωνικών, επαγγελματικών, και επιστημονικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των επαγγελματιών ψυχολόγων στην Κύπρο.
Δεύτερος καταστατικός σκοπός του Συλλόγου μας είναι: Η επιδίωξη να διαμορφωθεί ένα θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ένα υψηλού επιπέδου έργο από τους ψυχολόγους και έλεγχο όσον εξ’ αυτών λειτουργούν ως φορείς υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με γνώμονα το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου και του κλάδου στην Κύπρο.
Τρίτος καταστατικός σκοπός του Συλλόγου μας είναι: Η λήψη όλων των νόμιμων μέτρων για άμεση αναστολή της ισχύς του υπάρχοντος νόμου που προνοεί για την εγγραφή επαγγελματιών ψυχολόγων (Ν.68(Ι)/95), με σκοπό την τροποποίησή του κατά τρόπο που να καθίσταται δυνατή η κατοχή άδειας επαγγελματία ψυχολόγου δύο επιπέδων ως ακολούθως:
(Ι) Άδεια Επαγγελματία Ψυχολόγου άνευ ειδικότητος, η οποία να εξασφαλίζεται σε όσους κατέχουν πτυχίο ψυχολογίας.
(ΙΙ) Άδεια Επαγγελματία Ψυχολόγου με ειδικότητα, η οποία να εξασφαλίζεται (α) σε όσους κατέχουν πτυχίο ψυχολογίας και τίτλο ειδίκευσης σε κλάδο της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, αποκτώμενο σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα διάρκειας τουλάχιστον δύο ακαδημαϊκών ετών, είτε (β) σε όσους κατέχουν μεταπτυχιακό προσόν το οποίο αποκτήθηκε στα πλαίσια συνεχούς προγράμματος σπουδών τουλάχιστον πενταετούς διάρκειας.
Νοείται ότι όλα τα προσόντα που αναφέρονται ανωτέρω (βασικό πτυχίο – μεταπτυχιακά διπλώματα), προέρχονται από σπουδές σε προγράμματα ακαδημαϊκά αναγνωρισμένα είτε από αρμόδια Αρχή της χώρας προέλευσής τους, είτε από αρμόδια Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Νοείται ότι ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο (ΙΙα) και (ΙΙβ), η άδεια επαγγελματία ψυχολόγου με ειδικότητα αποκτάται μόνο στις περιπτώσεις που το μεταπτυχιακό πρόγραμμα περιλαμβάνει εποπτευόμενη πρακτική άσκηση χιλίων τουλάχιστον ωρών.
Νοείται ότι σε μεταγενέστερο στάδιο οι προϋποθέσεις που αφορούν στα ακαδημαϊκά προσόντα που οδηγούν στην εξασφάλιση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος σε ορισμένες ειδικότητες, δύναται να αναπροσαρμοσθούν προκειμένου να εναρμονιστούν με το ενιαίο σύστημα προσόντων ειδικών ψυχολόγων που ενδεχομένως να τεθεί σε ισχύ στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τέταρτος καταστατικός σκοπός του Συλλόγου μας είναι: Η λήψη όλων των νόμιμων μέτρων για τροποποίηση του νόμου που προνοεί για την εγγραφή επαγγελματιών ψυχολόγων (Ν.68(Ι)/95), ώστε να προσδιορίζεται το πλαίσιο άσκησης επαγγελματικών καθηκόντων με τρόπο που να διασφαλίζονται στο μέγιστο βαθμό τα εξής:
(Ι) Σαφής διαχωρισμός επαγγελματικών καθηκόντων ανάμεσα σε Ειδικούς και μη Ειδικούς Επαγγελματίες Ψυχολόγους.
(ΙΙ) Σαφής διαχωρισμός επαγγελματικών καθηκόντων ανάμεσα στις Ειδικότητες εφαρμοσμένης Ψυχολογίας.
Πέμπτος καταστατικός σκοπός του Συλλόγου μας είναι: Η προστασία, η διεκδίκηση και η υπεράσπιση, ενώπιον της Κυπριακής Κοινωνίας, της Κυπριακής Πολιτείας και της Κυπριακής Δικαιοσύνης, των οικονομικών, κοινωνικών, επαγγελματικών και επιστημονικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των επαγγελματιών ψυχολόγων από τη δράση και συμπεριφορά όλων όσων αντιποιούνται το επάγγελμα του ψυχολόγου.
Συνεπώς, ρητώς και κατηγορηματικώς προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι ο Παγκύπριος Σύλλογος Ψυχολόγων αποτελεί νομίμως συγκροτημένο επιστημονικό-επαγγελματικό σώμα που εκπροσωπεί τους ψυχολόγους στην Κύπρο,
το οποίο επιδιώκει τη διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου κατοχύρωσης και ελέγχου των επαγγελματικών και επιστημονικών δικαιωμάτων και συμφερόντων του κλάδου των ψυχολόγων,
το οποίο προκρίνει την κατοχύρωση της πανεπιστημιακού επιπέδου γνώσης στην επιστήμη της ψυχολογίας ως επαρκές επαγγελματικό προσόν, και
το οποίο επιζητεί την προάσπιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων και συμφερόντων όσων κατέχουν αναγνωρισμένα προσόντα ειδικοτήτων εφαρμοσμένης ψυχολογίας από την αντιποίηση εντός και εκτός του κλάδου.
Σε συνέχεια των ανωτέρω γενικών πληροφοριακών στοιχείων, επιτρέψτε μας να θέσουμε υπόψιν σας εν συντομία το χρονικό γύρω από την πρωτοβουλία για τροποποίηση του Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμου και κυρίως την επιχειρηματολογία σχετικά με την αναγκαιότητα για κατεπείγουσα προώθηση της επεξεργασίας και ψήφισης από τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων (τροποποιητικού) Νόμου του 2007:
Κατά τη διάρκεια του 2007, αρκετοί συνάδελφοι ψυχολόγοι από όλη την Κύπρο, συγκροτήθηκαν σε ομάδες πρωτοβουλίας, και προώθησαν τοποθετήσεις και παρεμβάσεις με τις οποίες αναδείχθηκαν τα σοβαρά ατοπήματα και τα επικίνδυνα αδιέξοδα στα οποία οδηγούσε η θεσμική κατοχύρωση του επαγγέλματος του ψυχολόγου μέσα από τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004. Η απαρίθμηση και η παρουσίαση των διαφόρων εγγράφων, επιστολών-δημοσιευμάτων, που σχετίζονται με τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο παραλείπονται, αφού μια τέτοια ενέργεια θα ξέφευγε από τη βασική στόχευση του παρόντος Υπομνήματος. Ωστόσο, εάν ενδιαφέρουν, είμαστε στη διάθεση σας να σας εφοδιάσουμε με όσα έχουν περιέλθει στην αντίληψή μας και πρωτοκολληθεί στο αρχείο του Συλλόγου μας.
Σε αυτό που θα πρέπει να σταθούμε όμως, είναι το γεγονός ότι η έντονη δραστηριότητα των ομάδων πρωτοβουλίας πέτυχε τη συσσωμάτωση πολλών ψυχολόγων στον νεοσύστατο Παγκύπριο Σύλλογο Ψυχολόγων, το Διοικητικό Συμβούλιο του οποίου καταστατικώς ορμώμενο διακηρύττει έως σήμερα την αναγκαιότητα για τροποποίηση του εν λόγω Νόμου μέσα από βαθιές εκσυγχρονιστικές τομές. Ορόσημο στο χρονικό για τη διαμόρφωση και τη κατάθεση ενώπιον της Επιτροπής Υγείας της Βουλής των Αντιπροσώπων του Νομοσχεδίου που τροποποιεί τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004, αποτέλεσε το ενδιαφέρον που επέδειξε επί υπουργίας του ο κ. Χάρης Χαραλάμπους, με εντολές του οποίου αναλήφθηκε πρωτοβουλία από το Υπουργείο Υγείας, η οποία μετά από αλλεπάλληλες διαβουλεύσεις με αρμόδιες υπηρεσίες και με φορείς της κοινότητας των ψυχολόγων, κατέληξε στη διαμόρφωση του Νομοσχεδίου που κατατέθηκε στις 6/12/2007 στη Βουλή των Αντιπροσώπων με τίτλο: Νόμος που τροποποιεί τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004. Στην παράγραφο 2 της σελίδας 1, της εισηγητικής έκθεσης του Υπουργείου Υγείας προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων με θέμα: «Νομοσχέδιο με τίτλο: Νόμος που τροποποιεί τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004» (αρ.φακ. Υ.Υ.12.3.02.45(5)) αναφέρονται τα εξής:
«Οι εισηγήσεις για τροποποίηση του εν λόγω Νόμου διαμορφώθηκαν, μετά από διαβουλεύσεις με φορείς που δραστηριοποιούνται στο χώρο του επαγγέλματος της Ψυχολογίας, σε συνεργασία με την Επίτροπο Νομοθεσίας. Στη συνέχεια προωθήθηκαν στο Γενικό Εισαγγελέα για νομοτεχνική επεξεργασία και την ετοιμασία της αιτιολογικής έκθεσης (επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι).»
Οι ίδιες θέσεις επαναδιατυπώνονται σε πιο πρόσφατη επιστολή-απάντηση της Αν. Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου Υγείας, ημερομηνίας 13/2/2008 με ένδειξη κατεπείγον, αναφορικά με την επιστολή του Παγκύπριου Συλλόγου Ψυχολόγων (αριθμός πρωτοκόλλου 1.0.132.Α) με θέμα: Προώθηση της ψήφισης του «Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων» Τροποποιητικού Νομοσχεδίου, όπου στη σελίδα 2 και στην παράγραφο που απαριθμείται ως (δ) αναφέρονται τα εξής:
«Αναφορικά με την ‘ευρεία γνωστοποίηση της τελικής έκδοσης του Νομοσχεδίου’, θεωρούμε ότι το Υπουργείο Υγείας έχει διεξαγάγει μία καθ’ όλα διαφανή διαδικασία ακούγοντας και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις όλων των ενδιαφερομένων προτού διαμορφώσει το τελικό κείμενο που κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων».
Ταυτόχρονα στην ίδια επιστολή επαναλαμβάνεται η αμετάβλητη θέση του Υπουργείου Υγείας, παρά την αλλαγή της ηγεσίας του, για στήριξη του εν λόγω τροποποιητικού Νομοσχεδίου:
«(α) Σε καμιά περίπτωση το Υπουργείο Υγείας έχει προβεί σε ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να ερμηνευτούν ως αλλαγή πλεύσης της μέχρι σήμερα πολιτικής του, επί του θέματος της Τροποποίησης της εν λόγω νομοθεσίας.»(Σελίδα 1).
Συνεπώς, το Tροποποιητικό Nομοσχέδιο θα πρέπει να πιστώνεται από τον κάθε λογικά και κυρίως καλοπροαίρετα σκεπτόμενο αναλυτή, ως ένα εμπεριστατωμένο νομικό έγγραφο, το οποίο τουλάχιστον ως προς τη φιλοσοφία που υιοθετεί, εκφράζει συναινετικά τις ευρύτερες απόψεις των εμπλεκόμενων φορέων και αντικατοπτρίζει με τη μεγίστη δυνατή πιστότητα τις ανάγκες για εκσυγχρονισμό του Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004. Εξάλλου, η προσπάθεια αυτή απολαμβάνει μια διαχρονική στήριξη τόσο από το Υπουργείο Υγείας όσο και από τον Παγκύπριο Σύλλογο Ψυχολόγων και γενικότερα από την συντριπτική πλειοψηφία των μελών της κοινότητας των Ψυχολόγων.
Ένιοι, σε μια προσπάθεια να σκιαγραφήσουν συγκεκριμένους βουλευτές και να αποδώσουν πολιτικές ευθύνες σε ενέργειές τους, διαστρέβλωσαν εσκεμμένα την ουσία του προβλήματος, με τελικό στόχο ασφαλώς τη ματαίωση της ψήφισης του εν λόγω Νομοσχεδίου. Εντέχνως διέδωσαν και εξακολουθούν να διαδίδουν φήμες, ότι οι αντιδράσεις μας σχετικά με τα κενά και τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν κατά την εφαρμογή του Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμου του 1995 έως 2004 οφείλονται αποκλειστικά και μόνο σε ό,τι αφορά στις τροποποιήσεις επί του βασικού νόμου που προωθήθηκαν και ψηφίστηκαν το 2004. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Και επειδή κάποια στιγμή μερικοί, ευτυχώς πτωχοί εις αριθμόν και προφανώς πτωχότεροι εις ήθος, υπέδειξαν εμάς ως τους ψυχολόγους εκείνους που εκδηλώσανε τάχατες με την στάση τους ένα «σύνδρομο κανιβαλισμού» κατά του επαγγέλματός τους, οφείλουμε να επαναδιατυπώσουμε για πολλοστή φορά ευθαρσώς και με παρρησία τη θέση μας επί του σημείου τούτου:
Ο Παγκύπριος Σύλλογος Ψυχολόγων θεωρεί ότι ο Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμος ως έχει έως σήμερα, οικοδομήθηκε εξ αρχής και παρέμεινε παρά τις όποιες αλλαγές που έγιναν στην πορεία, αγκιστρωμένος πάνω στην ίδια φιλοσοφία. Μια φιλοσοφία η οποία αντίκριζε διαθλαστικά και συνεπώς άστοχα, την επαγγελματική διάσταση της επιστήμης της ψυχολογίας. Όσον αφορά στην τελευταία θεσμική τροποποίηση του 2004, αυτή απλά λειτούργησε ως η χαριστική βολή.
Αυτό που κάνει τη διαφορά σήμερα είναι η νέα, εκσυγχρονιστική φιλοσοφία που εμβολιάζει το προτεινόμενο θεσμικό πλαίσιο ελέγχου και εφαρμογής του επαγγέλματος του ψυχολόγου. Μια φιλοσοφία που είναι σε θέση να εμβολίσει τις όποιες αναχρονιστικές νοοτροπίες και προσκόμματα και να επιδιώξει τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου θεσμικού πλαισίου που να διασφαλίζει τη διάθεση ποιοτικών ψυχολογικών υπηρεσιών και να αποτρέπει την αντιποίηση του επαγγέλματος εντός και εκτός του κλάδου. Οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι τα επιμέρους περιεχόμενα του εν λόγω Τροποποιητικού Νομοσχεδίου, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, στοχεύουν προς αυτή την κατεύθυνση. Έτσι, δικαιολογημένα αναπτερώνονται οι προσδοκίες μας για ψήφιση ενός θεσμικού πλαισίου που θα επιφέρει μια ουσιαστική κατοχύρωση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου και που θα επαναφέρει τη γαλήνη στους κόλπους της κοινότητας των ψυχολόγων.
Γίνεται πλέον παραδεκτό ότι ο Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμος του 1995 έως 2004 δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά και ότι χρειάζεται να υποβληθεί σε σοβαρές εκσυγχρονιστικές τροποποιήσεις. Στην πρώτη παράγραφο, της πρώτης σελίδας, της αιτιολογικής έκθεσης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Πέτρου Κληρίδη ημερομηνίας 9/11/2007, αναφορικά με το νομοσχέδιο με τίτλο: Νόμος που τροποποιεί τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004, επιβεβαιώνεται η παρουσία «κενών» και η αναγκαιότητα για:
«επίλυση προβλημάτων που παρουσιάστηκαν κατά την εφαρμογή του Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμου και ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας» (Γ.Ε.50/1994/Ν22/3).
Η ανάγκη για «εκσυγχρονισμό» της εν λόγω Νομοθεσίας επαναλαμβάνεται στο σημείο 3 της εισηγητικής έκθεσης του Υπουργείου Υγείας προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων με θέμα: «Νομοσχέδιο με τίτλο: Νόμος που τροποποιεί τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004» (σελίδα 1).
Πράγματι, το περιεχόμενο του Τροποποιητικού Νομοσχεδίου αποπνέει μια εντελώς νέα φιλοσοφία. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Πέτρου Κληρίδη ημερομηνίας 9/11/2007, η υιοθέτηση αυτής της φιλοσοφίας επιδιώκεται μέσα από τα τέσσερα σημεία που σταχυολογούνται παρακάτω:
(α) Νομοθετική κατοχύρωση δύο επιπέδων άσκησης του επαγγέλματος και δύο μητρώων. Πρόκειται για την θεσμοθέτηση της αυτόνομης επαγγελματικής άσκησης στα πλαίσια συγκεκριμένης ειδικότητας από κατόχους βασικού πτυχίου και διετούς τουλάχιστον μεταπτυχιακού διπλώματος, και τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας για περιορισμένη άσκηση καθηκόντων, τα οποία θα προσδιορισθούν από σχετικούς κανονισμούς, από κατόχους βασικού πτυχίου ψυχολογίας.
(β) Μείωση των απαραίτητων μεταπτυχιακών προσόντων που απαιτούνται για αυτόνομη επαγγελματική άσκηση από τρία σε δύο χρόνια.
(γ) Καθορισμός πέντε ειδικοτήτων εφαρμοσμένης ψυχολογίας.
(δ) Θεσμοθέτηση πλαισίου που να προσφέρει τη δυνατότητα για συμπληρωματική πρακτική άσκηση από αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ή ιδιωτικούς οργανισμούς στη βάση συγκεκριμένου εκπαιδευτικού προγράμματος που θα τυγχάνει εγκρίσεως και αξιολόγησης.
Οι θέσεις του Παγκύπριου Συλλόγου Ψυχολόγων, συνταυτίζονται με τις προειρημένες επιδιώξεις που διατυπώνονται στην αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και οι οποίες σχετίζονται με τη φιλοσοφία διαμόρφωσης του εν λόγω Τροποποιητικού Νομοσχεδίου. Ακολούθως παραθέτουμε συνοπτικά την επιχειρηματολογία γύρω από την αναγκαιότητα για την κατεπείγουσα τροποποίηση του Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004, πάντοτε κάτω από το πρίσμα των επιδιώξεων που τίθενται στην αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
(α) Αναγνώριση της επαγγελματικής επάρκειας του πτυχιούχου ψυχολόγου: Σύμφωνα με τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004, ο πτυχιούχος ψυχολόγος καθίσταται θεσμικά ανεπάγγελτος, αφού επαγγελματικά καθήκοντα, οριζόμενα ως καθήκοντα ψυχολόγου, ασκούν μόνο όσοι εξασφαλίσουν την εγγραφή τους στο Μητρώο Επαγγελματιών Ψυχολόγων, τα κριτήρια του οποίου αποκλείουν τον πτυχιούχο ψυχολόγο. Συνεπώς, το πανεπιστημιακό πτυχίο ψυχολογίας δεν έχει επαγγελματικό αντίκρισμα. Μήπως θα πρέπει να παραγνωρίζουμε το διαχρονικό και αναφαίρετο κεκτημένο ότι η πανεπιστημιακή σπουδή αποτελεί προσόν επαγγελματικής αποκατάστασης; Άραγε με ποιο κριτήριο οδηγηθήκαμε αβασάνιστα στο συμπέρασμα ότι η ψυχολογία θα πρέπει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά από άλλες επιστήμες; Τι θα γίνει εάν αύριο αυτή η νομοθετική προσέγγιση γενικευτεί και σε άλλες επιστήμες; Ποιες αντιδράσεις θα συναντήσουμε όταν το πτυχίο στα παιδαγωγικά ή το πτυχίο φιλολογίας, για παράδειγμα, θεωρηθούν ξαφνικά ότι δεν επαρκούν θεσμικά για την άσκηση του επαγγέλματος του δασκάλου ή του καθηγητή αντίστοιχα; Έχουμε την εντύπωση πως το σοβαρό αυτό νομοθετικό ατόπημα, που ίσχυσε στην περίπτωση των ψυχολόγων, δεν έχει προηγούμενό του, και ευτυχώς αποκαθίσταται στο Τροποποιητικό Νομοσχέδιο (βλέπε τροποποίηση του άρθρου 11 του Βασικού Νόμου, εδάφιο 3). Έτσι ο πτυχιούχος ψυχολογίας, όπως άλλωστε και κάθε άλλος κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου, θα απολαμβάνει του δικαιώματος της επαγγελματικής αποκατάστασης, ασκώντας συγκεκριμένα επαγγελματικά καθήκοντα που απορρέουν από την πανεπιστημιακή του σπουδή και καθορίζονται από το θεσμικό πλαίσιο.
(β) Διασφάλιση του ελέγχου και της προστασίας της επαγγελματικής εφαρμογής της εξειδικευμένης ψυχολογικής γνώσης: Σύμφωνα με τον Περί Εγγραφής Επαγγελματιών Ψυχολόγων Νόμο του 1995 έως 2004, καθένας που εγγράφεται στο Μητρώο Επαγγελματιών Ψυχολόγων δεν υποβάλλεται σε θεσμικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή εξειδικευμένων γνώσεων ψυχολογίας και επαφίεται στην προσωπική του δεοντολογική ευαισθησία να λειτουργήσει επαγγελματικά ασκώντας ψυχολογικά καθήκοντα στα πλαίσια της δικής του εξειδίκευσης. Πρόκειται δηλαδή, για ισοπέδωση και θεσμική απογύμνωση των μέτρων προστασίας των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων. Από την άλλη πλευρά, η απουσία θεσμοθέτησης πλαισίων άσκησης καθηκόντων ειδικότητας λειτουργεί σε βάρος της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών. Άραγε τι θα συνέβαινε εάν αυτό ίσχυε και σε άλλες επιστήμες; Αναμφίβολα όταν ένας δερματολόγος θελήσει να ασκήσει τα καθήκοντα ενός χειρουργού θα δεχθεί την σθεναρή αντίδραση και δικαιολογημένα ασφαλώς, του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, της Πολιτείας, ίσως και της ευρύτερης κοινωνίας. Επομένως, γιατί να μην επιδεικνύεται η ίδια ευαισθησία γύρω από τον θεσμικό έλεγχο ενός εκπαιδευτικού ψυχολόγου, για παράδειγμα, ο οποίος θα αποφασίσει να ασκήσει καθήκοντα κλινικού ψυχολόγου; Μήπως, η θεσμική προστασία και η φροντίδα της ψυχικής υγείας των πολιτών θα πρέπει να μπαίνουν σε υποδεέστερη μοίρα έναντι της σωματικής τους υγείας; Η επαγγελματική εφαρμογή εξειδικευμένης γνώσης προστατεύεται αλλά και προπάντων ελέγχεται, ως προς την ποιότητά της, κυρίως μέσα από την θεσμοθέτηση των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι τα έτη σπουδών δεν διατηρούν πάντοτε ευθέως ανάλογη σχέση με την ποιοτική στάθμη των παρεχομένων υπηρεσιών. Η ποιότητα των υπηρεσιών μπορεί να συνδέεται κατά πιο ουσιώδη τρόπο με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η απόκτηση εξειδικευμένης γνώσης και πρακτικής. Άραγε σε ποιον ειδικό ψυχολόγο θα εμπιστευόμαστε έναν άνθρωπο με βαριά καταθλιπτική συμπτωματολογία; Στον Κλινικό Ψυχολόγο που κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών διάρκειας δύο ετών ή στον Εργασιακό Ψυχολόγο με τα τρία έτη μεταπτυχιακών σπουδών; Tα σημεία α, β και γ που παρατίθενται πιο πάνω και αφορούν στις επιδιώξεις του Τροποποιητικού Νομοσχεδίου σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ. Πέτρου Κληρίδη ημερομηνίας 9/11/2007, μας υποδεικνύουν την προσέγγιση με την οποία θα πρέπει να διαχειριστούμε το εν λόγω δίλημμα.
Αποτελεί θετική εξέλιξη το γεγονός ότι το περιεχόμενο του Τροποποιητικού Νομοσχεδίου κατονομάζει πέντε εφαρμοσμένες ειδικότητες ψυχολογίας (βλέπε τροποποίηση άρθρου 2 του Βασικού Νόμου σ.σ. 1-2). Ωστόσο, θα μπορούσε να τύχει συμπληρώσεων με τρόπο ώστε να προσδιορίζεται με σαφήνεια το πλαίσιο επαγγελματικής άσκησης της εξειδικευμένης γνώσης, καθώς και να διασφαλίζεται αποτελεσματικά η θεσμική προστασία και ο έλεγχος των εξειδικευμένων ψυχολογικών γνώσεων των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων. Επιπλέον, στην τροποποίηση του άρθρου 11 του Βασικού Νόμου, η διατύπωση του εδαφίου 2 εξακολουθεί να είναι ασθενής ως προς τη δυνατότητα άσκησης ελέγχου στην εφαρμογή της εξειδικευμένης γνώσης και δεν λειτουργεί αποτρεπτικά για την αντιποίηση στην άσκηση επαγγελματικών καθηκόντων που είναι δυνατό να εμφανιστεί εντός των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων:
«(2) Κάθε εγγεγραμμένος επαγγελματίας ψυχολόγος οφείλει να ασκεί το επάγγελμα στα πλαίσια της εγκεκριμένης ειδικότητας εφαρμοσμένης ψυχολογίας, στην οποία έχει εκπαιδευτεί κατά την διάρκεια των σπουδών του.» (Σελίδα 15).
Επομένως, οι όποιες ενέργειες άσκησης ελέγχου στην επαγγελματική εφαρμογή της εξειδικευμένης ψυχολογικής γνώσης από τους κατόχους των πέντε ειδικοτήτων που κατονομάζονται στον Τροποποιητικό Νόμο, περιστρέφεται γύρω από την ερμηνεία του ρήματος «οφείλω». Διατηρούμε ισχυρά την άποψη ότι το σημείο αυτό του τροποποιητικού Νόμου θα πρέπει να συνταυτιστεί περισσότερο με τις επιδιώξεις, όπως αυτές εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα (βλέπε προηγούμενα). Καθορίζω, δεν σημαίνει απλά κατονομάζω, αλλά σημαίνει κατοχυρώνω και ελέγχω. Ο καθορισμός των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων στα πλαίσια ενός νομοθετήματος αποκτά ασφαλώς νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από την κατοχύρωση της εφαρμογής των εν λόγω ειδικοτήτων, και αναμφισβήτητα όταν συνοδεύεται από την άσκηση ελέγχου στην εφαρμογή τους. Χαιρετίζουμε το γεγονός ότι στις πρόνοιες του εδαφίου 3 στην τροποποίηση του άρθρου 11 του Βασικού Νόμου, τίθεται σαφές χρονοδιάγραμμα για τη διαμόρφωση του πλαισίου επαγγελματικών καθηκόντων των πτυχιούχων ψυχολόγων:
«(3) Κάθε εγγεγραμμένος ψυχολόγος δευτέρου βαθμού ασκεί καθήκοντα, ψυχολόγου όπως αυτά θα καθοριστούν εντός περιόδου 12 μηνών, από την ημερομηνία έναρξης του παρόντος τροποποιητικού νόμου.»
Αναμένουμε το ίδιο να προβλεφθεί νομοθετικά για την περίπτωση των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων. Μόνο τότε η όποια αναφορά γύρω από τις πέντε εφαρμοσμένες ειδικότητες θα αποτελεί κατ’ ουσία και όχι κατά χάρη αναφορά.
(γ) Διασφάλιση υψηλών προδιαγραφών σχετικά με τα προσόντα του επαγγελματία ψυχολόγου που κατέχει δίπλωμα εφαρμοσμένης ειδικότητας: Η διαγραφή και η αντικατάσταση του άρθρου 8 του Βασικού Νόμου κατά τον τρόπο που προτείνεται στο Τροποποιητικό Νομοσχέδιο, προσδίδει μια πιο ουσιαστική προοπτική ως προς τη διασφάλιση υψηλής στάθμης παρεχομένων ψυχολογικών υπηρεσιών. Η διάρκεια μεταπτυχιακών σπουδών σε συνδυασμό με τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης, αποτελούσαν στον Βασικό Νόμο και εξακολουθούν να αποτελούν στον Τροποποιητικό Νόμο τα βασικότερα κριτήρια των απαιτουμένων προσόντων για εγγραφή στον Μητρώο Επαγγελματιών Ψυχολόγων. Η μείωση της ελάχιστης διάρκειας μεταπτυχιακών σπουδών από τα τρία στα δύο έτη που καταγράφεται στον Τροποποιητικό Νόμο, κρίνεται από τον ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ ως θετική εξέλιξη υπό τις περιστάσεις και σε συνδυασμό πάντοτε με το προτεινόμενο πλαίσιο κατοχύρωσης των εφαρμοσμένων ειδικοτήτων. Είναι γεγονό&sigmaf |